Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

31/17-06-2016 ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΙΓΙΟΥ (ως Εφετείο). Ακύρωση Διαταγής Πληρωμής εκδοθείσας δυνάμει επιταγής κατά ετερορρύθμου εταιρείας λόγω ελλείψεως διαδικαστικής προϋποθέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο ποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο. Δικαιοπραξία που έχει καταρτισθεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεως δεν το δεσμεύει. Απαιτείται δηλαδή να προσκομίζονται και τα νομιμοποιητικά έγγραφα του εκπροσώπου του ν.π. σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά νομικού προσώπου δυνάμει ιδιωτικού εγγράφου. Από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν προκύπτει ποιος υπέγραψε την επιταγή, καθώς στην προσκομισθείσα επιταγή υφίσταται μεν σφραγίδα της ανακόπτουσας εταιρείας, αλλά όχι και το ονοματεπώνυμο του υπογράφοντος για λογαριασμό της εταιρείας, επιπλέον δε ακόμα και αν αναγραφόταν στην ένδικη επιταγή ολογράφως το ονοματεπώνυμο του υπογράφοντος για λογαριασμό της ανακόπτουσας εταιρείας, θα έπρεπε και πάλι η καθής να έχει προσκομίσει το καταστατικό της εταιρείας, ως ίσχυε κατά το χρόνο υπογραφής της ένδικης επιταγής, ώστε να αποδεικνύεται εγγράφως η ιδιότητα του υπογράφοντος και η νόμιμη δυνατότητά του ως νομίμου εκπροσώπου για υπογραφή για λογαριασμό της ανακόπτουσας εταιρείας. Θα έπρεπε δηλαδή να αποδεικνύεται δυνάμει του μη προσκομισθέντος από την καθής καταστατικού ότι ο υπογράφων για λογαριασμό της εταιρείας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας κατά το χρόνο υπογραφής της επιταγής και είχε αρμοδιότητα να υπογράφει για λογαριασμό της ανακόπτουσας επιταγές. Η ακυρότητα της διαταγής πληρωμής απαγγέλεται ανεξαρτήτως της υπάρξεως της απαιτήσεως και της δυνατότητας να αποδειχθεί με άλλα αποδεικτικά μέσα.



































ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ (INTRASOFT INTERNATIONAL)

31/2016 ΜΠΡ ΑΙΓΙΟΥ ( 674174) 
 

(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Ακύρωση Διαταγής Πληρωμής εκδοθείσας δυνάμει επιταγής κατά ετερορρύθμου εταιρείας λόγω ελλείψεως διαδικαστικής προϋποθέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο. Δικαιοπραξία που έχει καταρτισθεί επ` ονόματι νομικού προσώπου απο φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεως δεν το δεσμεύει. Απαιτείται δηλαδή να προσκομίζονται και τα νομιμοποιητικά έγγραφα του εκπροσώπου του ν.π. σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά νομικού προσώπου δυνάμει ιδιωτικού εγγράφου. Από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν προκύπτει ποιος υπέγραψε την επιταγή, καθώς στην προσκομισθείσα επιταγή υφίσταται μεν σφραγίδα της ανακόπτουσας εταιρείας, αλλά όχι και το ονοματεπώνυμο του υπογράφοντος για λογαριασμό της εταιρείας, επιπλέον δε ακόμα και αν αναγραφόταν στην ένδικη επιταγή ολογράφως το ονοματεπώνυμο του υπογράφοντος για λογαριασμό της ανακόπτουσας εταιρείας, θα έπρεπε και πάλι η καθής να έχει προσκομίσει το καταστατικό της εταιρείας, ως ίσχυε κατά το χρόνο υπογραφής της ένδικης επιταγής, ώστε να αποδεικνύεται εγγράφως η ιδιότητα του υπογράφοντος και η νόμιμη δυνατότητα του ως νομίμου εκπροσώπου για υπογραφή για λογαριασμό της ανακόπτουσας εταιρείας. Θα έπρεπε δηλαδή να αποδεικνύεται δυνάμει του μη προσκομισθέντος από την καθής καταστατικού ότι ο υπογράφων για λογαριασμό της εταιρείας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας κατά το χρόνο υπογραφής της επιταγής και είχε αρμοδιότητα να υπογράφει για λογαριασμό της ανακόπτουσας επιταγές. Η ακυρότητα της διαταγής πληρωμής απαγγέλεται ανεξαρτήτως της υπάρξεως της απαιτήσεως και της δυνατότητας να αποδειχθεί με άλλα αποδεικτικά μέσα. Η παρούσα εισήχθη με επιμέλεια του δικηγόρου Αιγίου Ανδρέα Φλώρου.
 
Αριθμός 31/2016 (αρ. κατάθ. 295-102/2014)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΙΓΙΟΥ

Αποτελούμενο από την Δικαστή, Πανωραία Σπανού, Πρωτόδικη, την οποία όρισε η Πρόεδρος Πρωτοδικών και τη Γραμματέα, Μαρία Γκραικιώτου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 1 Δεκεμβρίου 2015, για να δικάσει την επόμενη υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας καθ ης η ανακοπή: ............................. ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ............ και το διακριτικό τίτλο ........ εδρεύει στην Αθήνα, οδός .......... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Γεωργίου Μαμάση, δικηγόρου Αιγίου.

Της εφεσίβλητης-ανακόπτουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ............... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Ανδρέα Φλώρου, δικηγόρου Αιγίου.

Η ανακόπττουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε την από 12-4-2013 (αριθμ. καταθ. 34/15-4-2013) ανακοπή της, την οποία απηύθυνε προς το Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας και ζήτησε να γίνει δεκτή για όσους λόγους αναφέρει σε αυτή.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 37/2014 οριστική απόφαση του έκανε δεκτή την ανακοπή. Η καθ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα προσβάλλει την απόφαση αυτή με την από 30- 6-2014 έφεση (αριθμ. κατάθ. 24/30-6-2014), η συζήτηση της οποίας επισπεύσθηκε από την ίδια στο Δικαστήριο αυτό (αριθμός 295-102/30-6-2014), προσδιορίστηκε για εκδίκαση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο σχετικό πινάκιο με αύξοντα αριθμό 5.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 § 2 ΚΠολΔ, αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το Δικαστήριο αποφαίνεται γι’ αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάσσει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία δικάζεται, χωρίς να απαιτείται παραπομπή της υποθέσεως στην προσήκουσα διαδικασία, εκτός εάν η τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας συνοδεύεται και από αντίστοιχη υπαγωγή της διαφοράς σε άλλο δικαστήριο ή εφαρμογή διαφορετικών δικονομικών κανόνων, όπως λ.χ η τήρηση προδικασίας, που απαιτεί η διαδικασία κατά την οποία πρέπει να εκδικασθεί η υπόθεση. Η έννοια της διατάξεως αυτής, κατά την κρατούσα άποψη, είναι ότι το δικαστήριο υποχρεούται να διακρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει εφαρμόζοντας τη διαδικασία, που αρμόζει με γνώμονα την αρχή της οικονομίας της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι τηρήθηκαν οι δικονομικοί κανόνες της διαδικασίας αυτής. Η διαφορά ως προς την εγγραφή στο πινάκιο δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού αυτή απαιτείται μόνο για την ολοκλήρωση του προσδιορισμού της δικασίμου (ΕφΔωδ 17/2007 σε Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 157/2002 ΑχαΝομ 2003. 256, ΕφΑΘ 1999/2000 ΕΔΠολ 2002.182, ΕφΑΘ 7006/1993 ΕλλΔνη 35.1115, ΕφΑΘ 3537/1992 ΝοΒ 40.891). Τέλος, η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 591 § 2 ΚΠολΔ έχει εφαρμογή και κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δίκη (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη ΕρμΚΠολΔ, Τόμος Π, άρθρο 591, αρ.περ. 11, σελ. 744).

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση έφεση κατά της υπ` αριθμ. 37/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, την από 12-4-2013 (αριθμ. καταθ. 34/2013) ανακοπή κατά της υπ` αριθμ. 74/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 17Α, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 § 3 του ν. 3994/25-07- 2011, 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδ. α’ του ΚΠολΔ) και είναι εμπρόθεσμη, εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε άλλωστε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι έλαβε χώρα επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ενώ δεν παρήλθε τριετία από τη δημοσίευση της (άρθρο 499 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για το παραδεκτό της δε κατατέθηκε από την εκκαλούσα το απαιτούμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 § 4 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του ν. 4055/12-03-2012 με έναρξη ισχύος από 02-04-2012, παράβολο (βλ. τη σημείωση του γραμματέα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επί της πράξης κατάθεσης του δικογράφου της έφεσης). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 του ΚΠολΔ), κατά την ίδια διαδικασία που δίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ήτοι την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους και όχι με την τακτική διαδικασία στην οποία εσφαλμένα εισήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, με γνώμονα την οικονομία της δίκης και με δεδομένο ότι τηρήθηκαν οι δικονομικοί κανόνες της διαδικασίας αυτής, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στους οικείους νομικούς συλλογισμούς.

Με την από 12-4-2013 (αριθμ. καταθ. 34/15-4-2013) ανακοπή, η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη ζητούσε, για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται σ’ αυτή, την ακύρωση της υπ’ αριθμ. 74/2013 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας. Τέλος, ζητούσε να καταδικαστεί η καθ ης στη καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Επί της ανακοπής αυτής, εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 37/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, η οποία, αφού έκανε τυπικά δεκτή την ανακοπή, έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμο τον πρώτο λόγο αυτής και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Κατά της ως άνω απόφασης παραπονείται τώρα η εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της, με τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, προκειμένου να απορριφθεί εν όλω η σε βάρος της ανακοπή.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος και ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με συνδυασμό τέτοιων εγγράφων. Ειδικότερα από τα έγγραφα αυτά πρέπει να προκύπτουν το οφειλόμενο ποσό, το ύψος της σχετικής αξιώσεως, το ληξιπρόθεσμό της κάι η αιτία της οφειλής, καθώς και τα πρόσωπα του δικαιούχου και του οφειλέτη. Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως ο δικαστής οφείλει, κατ’ άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτόν απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 43/2005 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή αντικείμενο της δίκης και κατά συνέπεια της δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου που δικάζει την ανακοπή, δεν καθίσταται το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού λόγου της ανακοπής γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου, η διαταγή πληρωμής. Η ύπαρξη της απαίτησης δεν αποτελεί στην περίπτωση αυτή προδικαστικό ζήτημα για την παραδοχή της ανακοπής και ως εκ τούτου δεν ερευνάται παρεμπιπτόντως από το δικαστήριο της ανακοπής. Εξ` αυτού παρέπεται ότι η απόφαση που δέχεται την ανακοπή, επειδή δεν συντρέχει η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης προς έκδοση διαταγής πληρωμής, δημιουργεί δεδικασμένο, που περιορίζεται μόνο στο δικονομικό ζήτημα του κύρους και της ισχύος ή μη της διαταγής πληρωμής και δεν εκτείνεται στην ύπαρξη και τό μέγεθος της απαίτησης (ΟλΑΠ 10/1977, ΑΠ 1102/2008, ΑΠ 1114/2002, ΕφΔωδ 184/2007, ΕφΔωδ 122/2006 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί το οποίο να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο. Δικαιοπραξία που έχει καταρτισθεί επ` ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεως δεν το δεσμεύει. Απαιτείται, δηλαδή, να προσκομίζονται και τα νομιμοποιητικά έγγραφα του εκπροσώπου του ν.π. σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά νομικού προσώπου, δυνάμει ιδιωτικού εγγράφου (ΑΠ 1913/2013 ΧΡΙΔ 2014.419).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 27 και 28 ΕμπΝ και του σκοπού τους, που συνίσταται κυρίως στην προστασία των συμφερόντων των τρίτων από τις διαχειριστικές προς τα έξω πράξεις του ετερορρύθμου εταίρου, που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ψευδείς εντυπώσεις ως προς την πραγματική θέση του στην ετερόρρυθμη εταιρία και να προκαλέσουν έτσι σύγχυση και ως προς τη φερεγγυότητα της, προκύπτει ότι απαγορεύεται στον ετερόρρυθμο εταίρο η ενέργεια πράξεων διαχειρίσεως προς τα έξω, ήτοι προς τρίτους, με κύρωση, σε περίπτωση παραβάσεως της απαγορεύσεως, την ευθύνη του ως ομόρρυθμου εταίρου. Και τούτο διότι, όταν ο ετερόρρυθμος εταίρος εμφανίζεται απέναντι στους τρίτους ως διαχειριζόμενος τα ζητήματα της εταιρίας, δημιουργεί σε αυτούς την εντύπωση ότι είναι ομόρρυθμος εταίρος και πρέπει να υποστεί τη συνέπεια της δημιουργίας αυτής της εντύπωσης (ΕφΠειρ 811/1997 ΕπισκΕΔ Α198, ΕφΑΘ 9848/1987 ΕΕμπΔ 1989.423 και ΕλλΔνη 30.99). Η συνέπεια αυτή επέρχεται σε περίπτωση που με το καταστατικό διοριστεί ετερόρρυθμος εταίρος διαχειριστής (ή ως γενικός πληρεξούσιος), ο οποίος και προβαίνει σε πράξεις εκπροσωπήσεως (Ν. Ρόκα Εμπορικές εταιρίες, 3η εκδ. σελ. 86, σημ. 1.2). Ποιες πράξεις εμπίπτουν στην απαγόρευση της εξωτερικής διαχειρίσεως είναι ζήτημα πραγματικό. Ενδεχομένως αρκεί και μια μεμονωμένη πράξη διαχειρίσεως, όταν όμως έχει τέτοια σπουδαιότητα και βαρύτητα, που να μπορεί να δημιουργήσει στους τρίτους την εύλογη εντύπωση ότι αυτός που την ενεργεί είναι στην πραγματικότητα ομόρρυθμος εταίρος, ενώ από την άλλη πλευρά δεν αρκεί η εντελώς περιστασιακή και ενδεχομένως από τη φύση των πραγμάτων επιβαλλόμενη ενέργεια. Συνήθεις μορφές ενεργειών είναι οι αγορές και πωλήσεις για λογαριασμό της εταιρίας, η διεύθυνση του προσωπικού της, εμφανής συμμετοχή στις εργασίες της εταιρίας κλπ, παραβίαση όμως της απαγορεύσεως εξωτερικής διαχειρίσεως υφίσταται και όταν ο ετερόρρυθμος εταίρος ενεργεί με το δικό του όνομα, δηλαδή χωρίς πράγματι να εκπροσωπεί την εταιρία, οι πράξεις του όμως δημιουργούν ευλόγως την εντύπωση στους τρίτους ότι αυτός έχει την ιδιότητα του εκπροσώπου ή διαχειριστή της εταιρίας. Κατ` εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 27 του ΕμπΝ, ο ετερόρρυθμος εταίρος δεν επιτρέπεται να εκπροσωπεί την ετερόρρυθμη εταιρία, μόνος του ή ομσύ μετά εταίρων ή τρίτων, είτε με βάση την εταιρική σύμβαση, είτε με βάση πληρεξουσιότητα που δόθηκε επ` ονόματι της εταιρίας εκτός της συμβάσεως, δηλαδή είτε με την ιδιότητα του εταίρου είτε με την ιδιότητα υπαλλήλου ή ειδικού εντολοδόχου της εταιρίας. Η αναγκαστικού δικαίου αυτή διάταξη του άρθρου 27 του ΕμπΝ, προς το σκοπό αποφυγής δημιουργίας συγχύσεως εις τους εταιρικούς δανειστές ως προς το κατά πόσο ο μετ αυτών συναλλασσόμενος είναι απεριορίστως ή περιορισμένους ευθυνόμενος, στερεί αυτόν της εκπροσωπευτικής (όχι και της διαχειριστικής) εξουσίας. Κατά τη διάταξη μάλιστα του ίδιου άρθρου 27 ΕμπΝ, ο ετερόρρυθμος εταίρος ούτε "κατ` επιτροπήν", δηλαδή κατόπιν εντολής και πληρεξουσιότητας, δύναται να εκπροσωπήσει την εταιρία. Τις συνέπειες τελέσεως πράξεων εκπροσωπήσεως από τον ετερόρρυθμό εταίρο ορίζει το άρθρο 28 του ΕμπΝ, σύμφωνα με το οποίο "ο ετερόρρυθμος συνεταίρος ο παραβαίνων την εις το ανωτέρω άρθρο περιλαμβανόμενη απαγόρευση υπόκειται αλληλεγγύως με τους ομόρρυθμους συνεταίρους εις όλα τα χρέη και εις όλα τας υποχρεώσεις της εταιρίας". Όταν, όμως, το καταστατικό διορίζει τον ετερόρρυθμο εταίρο ως εκπρόσωπο, περίπτωση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 28 του ΕμπΝ, η υπ` αυτού συναφθείσα δικαιοπραξία είναι πάντοτε ισχυρή και το άρθρο τούτο βρίσκει πλήρη εφαρμογή, εφόσον οι τρίτοι δικαιολογημένα εμπιστεύοντας στις διατάξεις του καταστατικού. Συνέπεια δε τούτου δεν είναι ότι ο ετερόρρυθμος εταίρος γίνεται ομόρρυθμος, αλλά ότι έναντι του τρίτου, ο οποίος συναλλάσσεται μ` αυτόν (ετερόρρυθμο) ευθύνεται ο τελευταίος απεριορίστως και εις ολόκληρον (βλ. σχετ. Δίκαιο των εταιριών, Α. Γεωργακόπουλου, έκδ. 1965, σελ 193 και Εμπορικοί Εταιρίαι, Ν. Ρόκα, έκδ. 1974, σελ. 86-87).

Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και από την εν γένει διαδικασία αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την από 22-2- 2013 αίτησή της προς το Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας η καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα ζήτησε να εκδοθεί κατά της ανακόπτουσας και ήδη εφεσίβλητης διαταγή πληρωμής για το ποσό των 6.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, που αντιστοιχεί στο ποσό της υπ` αριθμ. ....................., η οποία εκδόθηκε ............ από την ανακόπτουσα σε διαταγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία .................., της οποίας (επιταγής) η καθ ης κατέστη νόμιμη κομίστρια με οπισθογράφηση. Από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν προς έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας δεν προκύπτει ποιος υπέγραψε την επιταγή επί τη βάσει της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, καθώς στην προσκομισθείσα επιταγή υφίσταται μεν σφραγίδα της ανακόπτουσας εταιρείας, αλλά όχι και το ονοματεπώνυμο του υπογράφοντος για λογαριασμό της εταιρείας (ανακόπτουσας), επιπλέον δε ακόμα και αν αναγραφόταν στην ένδικη επιταγή ολογράφως το ονοματεπώνυμο του υπογράφοντος για λογαριασμό της ανακόπτουσας εταιρείας, θα έπρεπε η καθ ης να έχει προσκομίσει το καταστατικό της εταιρείας, ως ίσχυε κατά το χρόνο υπογραφής της ένδικης επιταγής, ώστε να αποδεικνύεται εγγράφως η ιδιότητα του υπογράφοντος και η νόμιμη δυνατότητά του ως νομίμου εκπροσώπου για υπογραφή για λογαριασμό της ανακόπτουσας εταιρείας, επιταγής, θα έπρεπε δηλαδή να αποδεικνύεται δυνάμει του μη προσκομισθέντος από την καθ ης καταστατικού ότι ο υπογράφων για λογαριασμό της εταιρείας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας κατά τον χρόνο υπογραφής της επιταγής και είχε αρμοδιότητα να υπογράφει για λογαριασμό της ανακόπτουσας εταιρείας επιταγές. Η καθ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα ισχυρίζεται με το μοναδικό λόγο έφεσης ότι η υπογραφή ανήκει στον αναγραφόμενο στην επωνυμία της ανακόπτουσας ετερόρρυθμης εταιρείας ομόρρυθμο εταίρο, ............, ο οποίος δεσμεύει και εκπροσωπεί κατά νόμο την εταιρεία, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητεί, όπως ισχυρίζεται, η ανακόπτουσα. Ωστόσο, από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής και τη μελέτη του φακέλου της δικογραφίας ο ισχυρισμός αυτός ουδόλως επιρρωνύεται. Αντίθετα, προκύπτει η αναγκαιότητα προσκόμισης του καταστατικού της ανακόπτουσας εταιρείας, καθόσον η υπογραφή στην θέση του εκδότη της ένδικης επιταγής θα μπορούσε να είχε τεθεί και από τον ετερόρρυθμο εταίρο αυτής (ανακόπτουσας), ο οποίος υπό προϋποθέσεις μπορεί να δεσμεύει και να εκπροσωπεί την εταιρεία, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στους οικείους νομικούς συλλογισμούς. Τα παραπάνω στοιχεία αποτελούν διαδικαστική προϋπόθεση και η ακυρότητα της διαταγής πληρωμής απαγγέλλεται, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, ανεξαρτήτως της υπάρξεως της απαιτήσεως και της δυνατότητας να αποδειχθεί με άλλα αποδεικτικά μέσα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με παρόμοιες σκέψεις έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο της ανακοπής και ακύρωσε την προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 74/2013 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Τα αντίθετα, συνεπώς, υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τους συναφείς λόγους της έφεσης της κρίνονται απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματος της, να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας, ως ηττηθείσας, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας (άρθρο 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται, κατά το τυπικό της μέρος, την έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 37/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας.

Απορρίπτει αυτήν ως προς το ουσιαστικό της μέρος.

Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο Αίγιο στις 17 Ιουνίου 2016, σε έκτακτη δημόσια, στο ακροατήριό του, συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



Α.Σ.

2 σχόλια:

  1. Κ. συνάδελφε Καλησπέρα, ευχαριστούμε για την ανάρτηση. Όμως το αρχείο με το οποίο έχετε ανεβάσει σκαναρισμένη την απόφαση είναι δυσαναγνωστο καθως είναι ολες οι σελιδες σαν σε μία εικόνο. Θα μας βοηθούσατε περισσότερο αν σκαναρατε μία μια σελίδα, ή το ανεβάζατε σαν αρχείο pdf ωστε να μπορούμε να το διαβάσουμε. Σας ευχαριστώ πολύ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Συνάδελφε μπορείτε να τη βρείτε και στη ΝΟΜΟΣ! Σας ευχαριστώ και εγώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή